1. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω την απογοήτευση μου, τον θυμό μου ή κάποιο άλλο ανάλογο συναίσθημα. Θα το κάνω όταν πρόκειται για ένα δραματικό κομμάτι που απαιτεί μια τέτοιου είδους έκφραση, όπως στην όπερα για παράδειγμα. Ποτέ όμως δεν θα εξέφραζα την απογοήτευση ή τον θυμό μου επειδή δεν θέλω να επιβάλλω τέτοιου είδους συναισθήματα στον ακροατή. Δεν θέλω να ακούσουν τα προβλήματα μου. Όταν ακούω μια εκτέλεση δεν θέλω να ακούω τα προβλήματα του καλλιτέχνη. Θέλω να μου δώσει κάτι από το καλύτερο μέρος του εαυτού του. Δεν θα με ενδιέφερε ένας καλλιτέχνης που ανεβαίνει στη σκηνή και αυτοϊκανοποιείται βγάζοντας προς τα έξω όλα του τα προβληματικά συναισθήματα, ίσως βέβαια κάποιοι να πλήρωναν γι’ αυτό.
     
  2. Στη Σμύρνη παίζαμε από ρεμπέτικα μέχρι όλα τα ευρωπαϊκά. Δημοτικά, κλέφτικα, κρητικά, καλαματιανά, φυσούνια, θρακιώτικα, γιαννιώτικα, κονσέρτα με καβαλλαρίες, με χορούς του Μπραμς, με σερενάτες… Ολα τα παίζαμε. Και από όπερες κάτι μέρη. Ξέραμε αναγκαστικά κι από ένα τραγούδι από κάθε μελέτι (φυλή) για να ευχαριστούμε τσι πελάτες. Κι εβραίικο παίζαμε και αρμένικο και αράπικο. Ημαστε κοσμοπολίτες εμείς. Αγαπούσαμε όλο τον κόσμο και μας αγαπούσανε. Δεν είχε συμφέροντα κανείς στο τραγούδι. Τραγουδούσες, χόρευες, ήσουνα λεύτερος να κάνεις ό,τι θέλει η καρδιά σου και η σειρά σου.
     
  3. image: Download

    photo: Philippe Koudjina / Maria Callas, Pier Paolo Pasolini
Philippe Koudjina photographs Niamey during 1959-1996, in night from club to club in search of clientele. Sometimes he is called as a photographer for a party or a show (Johnny Hallyday, Claude François or Adamo). He always knows to be where the photographer must be (surprising Maria Callas and Pier Paolo Pasolini after tracking for the movie Medea).” [***]

    photo: Philippe Koudjina / Maria Callas, Pier Paolo Pasolini

    Philippe Koudjina photographs Niamey during 1959-1996, in night from club to club in search of clientele. Sometimes he is called as a photographer for a party or a show (Johnny Hallyday, Claude François or Adamo). He always knows to be where the photographer must be (surprising Maria Callas and Pier Paolo Pasolini after tracking for the movie Medea).” [***]

     
  4. image: Download

    photo: Philippe Koudjina [***]

    photo: Philippe Koudjina [***]

     
  5. Μια μουσική υποβλητική,
    η πιο καλή παρηγοριά στην κλονισμένη φαντασία,
    να σου γιατρέψει το μυαλό,
    που τώρα βράζει άχρηστο μες στο κρανίο σου.
    — William Shakespeare / H Tρικυμία, πέμπτη πράξη - πρώτη σκηνή / μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος, 2008
     
  6. Thru Jerusalem (by kutiman) [plagal/buzz]

    Sousaphone - Udi Raz // brass & Groove Marsh Dondurma // Kanun - Safi Swaid // Darbuka - Hani Asad // Viola - Emmanuel Witzthum // Drum Kit - Uriel Sverdin // Mpc & Turntable - Guy Mar // Dahul- Ittai Binnun  // Baglama - Tomer Katz // Biovon - Amir Bolzman // Oud - Loab Hammoud // Guitar - Ophir Even Odem // Guitar - Lazer Lloyd // Violin - Michael Greilsammer // Vocal - Shimrit Greilsammer // Saxophone - Yarden Klayma

     
  7. image: Download

    Peanuts Sunday 05.03.1981 [***]

    Peanuts Sunday 05.03.1981 [***]

     
  8. image: Download

    Seydou Keita [***] / [***]

    Seydou Keita [***] / [***]

     
  9. It’s OK to be smart and be a musician. […] Don’t say you can’t. Think of how sound is perceived as well as how you make it. Flutists should be able to do 50 sit-ups; that gives you the power to play softly. Study acoustics. Improvise. […] Go ahead, interpret the rests. Bring in some life by playing at a moment before the expectation. All sounds are OK to make on the flute except that buzz, blowing like you’re playing a trumpet (that desensitizes lips).
     
  10. image: Download

    Julia Margaret Cameron (1815-1879) / Study No. 2 / 1867 [***] [μερσί]

    Julia Margaret Cameron (1815-1879) / Study No. 2 / 1867 [***] [μερσί]

     
  11. japanese postcards

    Maiko and Drum from the series Beautiful Women and Music (Bijin to onkyoku) / Japanese, Late Meiji era, 1905 / Fujishima Takeji, Japanese, 1867–1943 / Publisher: Sunbikai / Color woodblock and stencil; organic and inorganic colorants, metallic pigment on Japanese paper adhered to card stock [***]

    *

    Gidayu Performer and Samisen from the series Beautiful Women and Music (Bijin to onkyoku) / Japanese, Late Meiji era, 1905 / Fujishima Takeji, Japanese, 1867–1943 / Publisher: Sunbikai [***]

     
  12. japanese postcards

    Geisha and Biwa (Japanese Lute) from the series Beautiful Women and Music (Bijin to onkyoku) / Japanese, Late Meiji era, 1905 / Fujishima Takeji, Japanese, 1867–1943 / Publisher: Sunbika [***]

    *

    Out-of-Tune / from Picture Postcards of Likenesses (Nita mono ehagaki) / Japanese, Late Meiji era, 1905 / Ikeda Butsugai, Japanese, dates unknown / Publisher: Benrido / Printed by: Tokyo Kokubunsha / Place of Creation: Japan [***]

    *

     
  13. …for decades [the recording industry] fought bootleg products and counterfeit merchandise and rightfully so. You know counterfeit merchandise can have a significant impact on sales. Traditional piracy though has a clear profit motive; someone is making money at the expense of the industry. One of the recording industry’s mistakes is that they failed to recognize the emergence of a new type of piracy. This was a new type of pirate. A pirate without a profit motive. While traditional pirates where motivated by financial self-interest, modern media pirates are motivated by love for the media that they are sharing. And by failing to recognize that digital piracy was different from traditional piracy, the recording industry ended up declaring war on its best costumers.

    DRM, Digital Content and the Consumer Experience / by Kirk Biglione / 8 months ago

     
  14. το music room

    Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ‘50. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου τα διάφορα ξένα Ινστιτούτα άρχισαν να επαναλειτουργούν και να διοργανώνουν προγράμματα πολιτιστικών εκδηλώσεων. Όπως όλες οι πρεσβείες, έτσι και η αμερικανική, συμμετείχε κι αυτή με τη δημιουργία της Αμερικανικής Βιβλιοθήκης, η οποία στεγάστηκε σ’ ένα ωραίο παλαιό κτήριο στην οδό Σταδίου, δίπλα στο τότε ζαχαροπλαστείο του πιανίστα Γιάκοβλεφ, το γνωστό «Πέτρογκραντ», και απέναντι από το πατάρι του Λουμίδη. Η Βιβλιοθήκη βρισκόταν στο ισόγειο του κτηρίου. Τα γραφεία και άλλα τμήματα βρίσκονταν στον ημιώροφο. Εκεί στον ημιώροφο, σε μια αρκετά μεγάλη αίθουσα, βρισκόταν το Μουσικό Τμήμα, γνωστό τότε ως Music Room. Ήμουν η υπεύθυνη υπάλληλος για τη λειτουργία του. […]

    Στον έναν τοίχο, αριστερά μπαίνοντας, ήταν ράφια με βιβλία και δίσκους, στο βάθος απέναντι, το τεράστιο πικάπ και τα μεγάφωνα, ο δεξιός τοίχος είχε παράθυρα και τέλος, στον τέταρτο τοίχο, δίπλα στην πόρτα, βρισκόταν το γραφείο του υπαλλήλου. Απέναντι στο γραφείο ήταν τοποθετημένες σειρές από καθίσματα για τους ακροατές. Η χωρητικότητα της αίθουσας ήταν γύρω στα εξήντα άτομα. Το πικάπ ήταν τεράστιο, γιατί οι δίσκοι βινυλίου 33 στροφών είχαν διάμετρο περί τα 60 εκατοστά και χρειάζονταν ειδικό πικάπ για να παιχτούν. Εκτός από έναν αριθμό βιβλίων για τη Μουσική, υπήρχε μια μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής και μερικοί είχαν και συγκροτήματα της τζαζ.

    Ηχογραφήσεις συναυλιών, σπάνιες εκτελέσεις από τις μεγαλύτερες αμερικανικές ορχήστρες, υπό τη διεύθυνση κορυφαίων μαέστρων, όπως π.χ. του Δημήτρη Μητρόπουλου, του Μπρούνο Βάλτερ, του Ευγένιου Ορμαντι, του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, αλλά υπήρχαν και παλαιότερες ηχογραφήσεις, όπως συναυλίες υπό τη διεύθυνση του Τοσκανίνι.

    Ήταν δηλαδή μια δισκοθήκη μοναδική σε πλούτο, που δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο. Κατά την περίοδο του Πολέμου οι διάφορες αμερικανικές ορχήστρες είχαν προσφέρει ηχογραφήσεις συναυλιών τους στο κράτος για την αναψυχή των στρατευμένων. Αυτοί οι δίσκοι παίζονταν σε ειδικά μεγάλα πικάπ, τα οποία μάλιστα μπαλαντζάριζαν για να μπορούν να παίζουν και πάνω σε πλοία που ταξίδευαν στους ωκεανούς. Οταν αργότερα έκλεισε η βιβλιοθήκη, γιατί το θαυμάσιο αυτό κτήριο έπρεπε να κατεδαφιστεί, για να χτιστεί ένα ακόμα πολυώροφο, όλοι αυτοί οι δίσκοι έπρεπε να εξαφανιστούν, και τους κατέστρεψαν. […]

    Λόγοι κόπιραϊτ επέβαλαν την εξαφάνισή τους, γιατί οι συναυλίες αυτές ήταν δωρεά των μουσικών στην κυβέρνησή τους για τον Πόλεμο και υπήρχε απαγόρευση για κάθε άλλου είδους χρήση. […]

    Η είσοδος ήταν ελεύθερη. Μπαίνοντας στην αίθουσα, οι ακροατές έπαιρναν αριθμό προτεραιότητος και δήλωναν τον τίτλο του μουσικού έργου που επιθυμούσαν να ακούσουν. Στη συνέχεια, κάθονταν στη θέση τους και περίμεναν να ‘ρθει η σειρά τους για ν’ ακούσουν το κομμάτι της επιλογής τους. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ατομικά ακουστικά, μέχρι να ‘ρθει η σειρά τους άκουγαν τα έργα που είχαν παραγγείλει οι προηγούμενοι. Αργότερα ετοίμαζα με τους δίσκους προγράμματα για τις απογευματινές ώρες, και τα τύπωνα σε χαρτιά για τους ακροατές κι ένα απ’ αυτά το κρεμούσα απ’ έξω, πάνω στην πόρτα. Ακολουθούσα την κλασική δομή των συναυλιών. Το πρόγραμμα άρχιζε π.χ. με μια Εισαγωγή, ακολουθούσε ένα κοντσέρτο για πιάνο, βιολί ή ύστερα κάποιο άλλο όργανο και ύστερα από μια σύντομη παύση ακολουθούσε μια Συμφωνία· τελειώναμε μ’ ένα συμφωνικό ποίημα. Είχαμε προγράμματα με προκλασική μουσική ή αφιερωμένα σ’ έναν μεγάλο συνθέτη, καθώς και ειδικά βράδια με τζαζ.

    [Στο music room σύχναζε κοινό] Κάθε ηλικίας και προελεύσεως. Κυρίως όμως νέοι, που όταν ανακάλυπταν αυτόν τον τόπο συναντήσεων, που ανέξοδα προσέφερε μια ακουστική πανδαισία, γίνονταν τακτικοί θαμώνες. Αλλωστε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν και πολλά ενδιαφέροντα συμβάντα στην Αθήνα. Ετσι το Music Room έγινε κέντρο συναντήσεως νέων καλλιτεχνών. Μέσα στους τακτικούς θαμώνες ήταν λογοτέχνες, όπως ο Νίκος Καρούζος, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Μίμης Χριστοδούλου, ο Παντελής Καλιότσος, ο γλύπτης Τάκης, οι συνθέτες Γιώργος Σισιλιάνος, Μάνος Χατζιδάκις, Αργύρης Κουνάδης. Ακόμα και ο Μίκης Θεοδωράκης ερχόταν για να ακούσει Σοστακόβιτς, του οποίου έργα σπάνια έβρισκε κανείς τότε στην Αθήνα. Αυτή η μικρή γωνιά είχε γίνει ένα ιδιαίτερο στέκι, για νέους καλλιτέχνες και άλλους.

    ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ / συνέντευξη της Καίτης Κασιμάτη-Μυριβήλη στον Θανάση Φωσκαρίνη