[b silez + ukuk
  1. -Θα ήθελα να μένω στην οδό Αυτοκρατόρων Αγγέλων, είπε η γιαγιά. Είναι ένας δρόμος ανηφορικός και πολύ μικρός, που μπορεί να σε εμπνεύσει, αν και οι Άγγελοι ήταν σκοτεινοί αυτοκράτορες, ίσως γιατί κουβαλούσαν το βάρος του επιθέτου τους.

    -Γιατί όλοι οι Βυζαντινοί μαζεύτηκαν στα Εξάρχεια; ρώτησε ο Σήφης.

    -Που αλλού να πάνε; είπα. Τα Εξάρχεια δεν είναι η συνοικία που βλέπουμε, έχει κρυμμένα τα ατού στο μανίκι. Και τα ονόματα των δρόμων είναι πολύ πετυχημένα, ξαφνικά διαπιστώνεις ότι η Τσιμισκή είναι στυγνή και μονοκόμματη, ενώ η Βουλγαροκτόνου διαθέτει τη γλύκα της υπερηφάνειας. Καθόλου παράξενο που στη Βουλγαροκτόνου μαζεύτηκαν οι ταβέρνες και τα μπαρ. Απ’ την άλλη, οι Βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί, όταν κινδυνεύουν, ανηφορίζουν γρήγορα προς το Στρέφη και το Λυκαβηττό, καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους, κι άφησαν τους παράλληλους στους ήρωες του ’21. Αυτό είναι τα Εξάρχεια, μια αδύνατη συνάντηση, μια ουτοπία που αξίζει όμως να επιχειρείται κάθε τόσο, έτσι για να βλέπουμε τι γίνεται.

    -Οι αρχαίοι διάλεξαν όμως τους συγκοινωνιακούς κόμβους, όλοι αυτοί οι γιατροί, ο Ιπποκράτης, ο Ασκληπιός, παρατήρησε ο Σήφης.

    -Αυτό είναι ενδιαφέρον, είπε η γιαγιά. Οι αρχαίοι Έλληνες προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την κυκλοφορία οριζοντίως και το έκαναν με τον καλύτερο τρόπο, ακόμα και τώρα κατάλαβαν ότι πρέπει να συνδέεται κάπως η Ομόνοια με την Αλεξάνδρας για να αποφευχθεί ο χαμός. Οι Βυζαντινοί ανέπτυξαν μια κάθετη σχέση με τα πράγματα, δείτε πως κατηφορίζουν οι Κομνηνοί και χάνονται, διαλύονται μέσα στον κόσμο. Το ’21 – όλοι αυτοί οι πολεμικοί ήρωες – προχωρεί παράλληλα με τους αρχαίους και διασταυρώνεται με τους Βυζαντινούς φευγαλέα, σαν να ντρέπεται λίγο, αδύνατον όμως να τους αποφύγει. Ένας χάρτης των Εξαρχείων θα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, γιατί δεν θα έπρεπε να απεικονίζει δρόμους αλλά ιστορικά προσδιορισμένες ψυχικές διαθέσεις.

    -Ζείτε σε μια τυχερή συνοικία, είπε η Αγγελική. Αναρωτιέμαι όμως γιατί ο Σκουφάς και μερικοί άλλοι έσπασαν τους παραλληλισμούς και διάλεξαν το κάθετο στοιχείο.

    -Κανείς δεν θεωρεί ότι ο Σκουφάς ανήκει στα Εξάρχεια, είπε ο Σήφης. Τα Εξάρχεια είναι από τη μια η Ιουστινιανού, ένας αθόρυβος δρόμος με μεγάλο έργο, κι απ’ την άλλη η Μαυρομιχάλη, ένας ατελείωτος δρόμος με σκοτεινές ηρωικές προθέσεις. Ανάμεσα στα δύο πρέπει να διαλέξει κανείς.

    -Οι Άγγελοι είναι ακόμα πιο αθόρυβοι, είπε η γιαγιά. Ο πρώτος βρέθηκε στο θρόνο τυχαία και ο δεύτερος έχασε την Κωνσταντινούπολη απ’ τους Λατίνους. Τώρα ζουν όλοι μαζί σ’ αυτόν τον μικρό δρόμο και προσπαθούν να ξεχάσουν ή μάλλον να θυμούνται μόνο ότι σ’ αυτούς έλαχε η στιγμή της μεγάλης αδυναμίας. Γι αυτό πρέπει να ζει κανείς σ’ αυτόν τον δρόμο, για να κυλάει η ζωή ταπεινά και μαζεμένα.

    -Με πιάνει τρόμος και μόνο που σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να ζω έτσι, είπε ο Μάκης.

    -Είσαι νέο παιδί, είπε η γιαγιά, όταν μεγαλώσεις λίγο θα πιάσεις και συ ψιλή κουβέντα με τους αγγέλους.

    Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι, 1993, Εκδόσεις Εστία, 1996. Ο Βακαλόπουλος έπινε το ποτό του στον «Ένοικο», στην οδό Καλλιδρομίου

     
  2. Στα δεκαπέντε χρόνια που χωρίζουν το πρώτο από το τελευταίο κείμενο αυτού του βιβλίου, πολλά πράγματα άλλαξαν στο κινηματογραφικό τοπίο.

    Ο λόγος για τον κινηματογράφο γενικεύτηκε και πήρε τη θέση της συνταγής για όλα τα γούστα στο καταναλωτικό τραπέζι των εικόνων, η κινηματογραφοφιλία εξελίχτηκε σε στατιστική υπηρεσία και τα χλωμά παιδιά που συναντούσε κανείς στο Στούντιο της οδού Τρικόρφων ή την Αλκυονίδα τον χειμώνα, στο Λιλά ή την Ηλέκτρα το καλοκαίρι, έκαναν τον πόνο τους επάγγελμα ή αποφάσισαν να αποσυρθούν και να ησυχάσουν μια και καλή από την ένταση εκεινης της ζωής που τους κατέλαβε αιφνιδιαστικά σε μερικούς θερινούς κινηματογράφους στη διάρκεια της δεκατίας του ‘60.

    Τα παιδιά αυτά τρόμαξαν όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν νοσταλγούσαν πια τις ταινίες στις οποίες είχαν αφιερώσει τη ζωή τους αλλά την ίδια τη ζωή που τους έσπρωχνε σ’ αυτές τις ταινίες. Στο Κολοσσαίον της Κυψέλης η οροφή άνοιγε αργά μ’ έναν ήχο τελετουργικό κι ο ουράνιος θόλος έμπαινε μέσα στην αίθουσα φωτίζοντας τους θεατές, τόσο όσο χρειαζόταν για να τους παρακολουθείς εξίσου με την ίδια την ταινία, να στρέφεις το βλέμμα με ηδονή στο κορίτσι της δέκατης σειράς, μόνο και μόνο για να συλλάβεις τον πυρετό της ματιάς της.

    Αφού εξυπήρετούσαν έναν τέτοιο σκοπό όλες οι ταινίες ήταν καλές, ακόμα και οι “μάπες”, και όλες οι ταινίες ήταν ελληνικές, ακόμα και οι ξένες.

    Κι αν τον χειμώνα μάθαινες να βλέπεις τις ταινίες μέσα απ’ τα μάτια των άλλων, το καλοκαίρι, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να αντικρύσουν το θαύμα της ύπαρξης των άλλων μέσα απ’ το φώς των ταινιών.

    Χρήστος Βακαλόπουλος, Δεύτερη προβολή, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

     
  3. thingstodoindenver:

    Χρήστος Βακαλόπουλος, εκπομπή του 1983 με τον Παπαχρήστο για το Πολυτεχνείο

     
  4. schwarz-weiss:

    Πίνει γαλλικό καφέ δυο βήματα από τη θάλασσα. Πρέπει να γράψει στην Έρση και να της εξηγήσει τί ακριβώς συνέβη και μόλις γράφει την πρώτη λέξη οδηγείται αλλού, δεν μπορεί να εξηγήσει τίποτα, μόλις εξηγήσεις κάτι αρχίσει να σχηματίζεται μέσα σου το αντίθετο, όλοι το ξέρουν αυτό κι όμως συνεχίζουν να εξηγούν, φοβούνται ότι κάτι θα γίνει και θα πεθάνουν αν σταματήσουν να εξηγούν, φοβούνται ότι θα πεθάνουν και εξηγούν.

     
  5. Οι εφευρέτες του κινηματογράφου τον προόριζαν για τη βιομηχανία. Όμως ο κινηματογράφος τους διέψευσε κι έγινε η τέχνη χάρη στην οποία επικοινώνησαν οι αναλφάβητοι στις αρχές του αιώνα. Η δύναμή του ήταν η αδυναμία του, το ότι παρασύρθηκε από τις φαινομενικά άναρχες εκδηλώσεις της ζωής και τις ακολούθησε. Ο κινηματογράφος αποτέλεσε εδώ και εκατό χρόνια περίπου τη μεγαλύτερη βουτιά μέσα στην πραγματικότητα ενώ κατηγορήθηκε συχνά για το αντίθετο. Η προσφορά του είναι ανυπολόγιστη: εξοικείωσε την ανθρωπότητα με το δέος της ζωής και των πραγμάτων, έδωσε εικόνα ακόμα και στον φόβο του θανάτου.
     
  6. Η ίδια η ανάγκη μας να συνδέσουμε τα πράγματα βλέποντας και ακούγοντας μας οδηγεί να κάνουμε κινηματογράφο καθημερινά χωρίς να το ξέρουμε. Τις περισσότερες φορές βέβαια υποκύπτουμε σε σκηνοθεσίες άλλων, μιλάμε επίσημα, για παράδειγμα, ή ντρεπόμαστε να κοιτάξουμε κάτι. Όταν όμως η ανάγκη μάς σπρώξει υψώνουμε το βλέμμα και στήνουμε αυτί. Τότε ο κόσμος αποκαλύπτεται στην εσωτερική αλήθεια του. Είμαστε όλοι κινηματογραφιστές κι επειδή φοβόμαστε δεν κάνουμε όλοι ταινίες.
     
  7. Οι μεγάλες ταινίες παραμερίζουν αυτή την ταινία της ζωής μας, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στους εαυτούς μας και στην πραγματικότητα. Τότε εμφανίζονται τα πράγματα “ως έχουν” κι εμείς απέναντί τους. Αυτή είναι η πραγματικότητα των ταινιών του Ρενουάρ, του Ντράγιερ, του Νίκολας Ραίη, του Μπρεσσόν, του Ταρκόφσκι, του Χίτσκοκ, του Αλέξη Δαμιανού, του Κένζι Μιζογκούσι, του Τζων Κασσαβέτη, του Ερίκ Ρομέρ, του Ρομπέρτο Ροσσελίνι.
     
  8. Ο πραγματικός κινηματογράφος ξεπερνάει τις υπόλοιπες τέχνες όχι γιατί τις συνθέτει όπως υποστηρίζουν αόμματοι δημοσιογράφοι αλλά γιατί εκπληρώνει μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου: να δει και ν’ ακούσει χωρίς ενδιάμεσους ( κυβερνήσεις, πολιτικούς, εφημερίδες, τηλεοράσεις κτλ ). Να δούμε και ν’ ακούσουμε: έναν άνθρωπο που κάνει μια γκριμάτσα απελπισίας, μια γυναίκα να αναλύεται σε λυγμούς ή ένα παιδί να κοροϊδεύει… Απλά πράγματα που το μάτι μας έχει μάθει να τα αποφεύγει. Μερικές ταινίες τα επαναφέρουν στην ημερήσια διάταξη και έτσι μας ενώνουν με τη ζωή μ’ ένα δεσμό σχεδόν αόρατο.
     
  9. Επειδή η ζωή γέμισε παραισθήσεις, ο κινηματογράφος είναι απαραίτητος γιατί μας επιστρέφει στην εσωτερική ζωή και αποτελεί τον απόηχό της.
     
  10. oxy-moron: Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩΝ
     
  11. «Είδα τα μάτια σου κλαμένα, καλή μου και πόνεσ’ η ψυχή μου, είδα στα χείλη σου την πίκρα, γλυκειά μου, και ρά’ισ’ η καρδιά μου». Ο Γιώργος Μαργαρίτης τραγουδάει Άκη Πάνου. Το Δεύτερο Πρόγραμμα δεν παίζει ούτε Μαργαρίτη ούτε Πάνου. Οι νέοι παραγωγοί τούς θεωρούν περιθωριακούς κι ίσως να μην έχουν άδικο. Κι όμως ένας νέος παραγωγός, πιο νέος κι απ’ τους νέους, πιο παραγωγικός απ’ τους παραγωγούς, πιο σύγχρονος από την εποχή του, στις 12 το βράδυ ακριβώς, στη «Δωδεκάτη Ώρα» του, τολμά και παίζει Μαργαρίτη, Πάνου κι άλλους περιθωριακούς καλλιτέχνες και μάλιστα αναμειγνύοντας τους ήχους τους με Βέμπο και με Kinks!