Ταβέρνα πρόστυχη κι σεις πορνοθαμώνες,
στον αριθμό εννιά του δρόμου των Διδύμων,
σαν τι νομίζετε, πως μόνο εσείς έχετε ψωλή;
ή μονοπώλιο το ‘χετε την κάθε μια γυναίκα
να την πηδάτε εσείς κι οι άλλοι να ‘ναι κότσοι;
Τι λέτε, πως δεν τολμώ, έτσι που στην αράδα
εκατό-διακόσιοι αράζετε χαλβάδες, όλους μεμιάς
να σας τον δώσω στο στόμα καρεκλάτους;
Κι όμως να το πιστεύετε, γιατί και στο μπορντέλο σας
την πρόσοψή του ολάκερη ψωλές θα ζωγραφίσω.
Η κοπέλα μου που έκανε φτερά από την αγκαλιά μου,
που την αγάπησα όσο δεν θ’ αγαπήσω άλλη,
που μάχες έδωσα γι αυτήν να την κερδίσω,
εκεί θρονιάστηκε· κι εσείς οι ευγενείς λεφτάδες
την έχετε αγκαλιά, εσείς —ντροπή και αίσχος—
όλα τα ανθρωπάρια, του σοκακιού οι γαμιάδες.
Κι εσύ Εγνάτιε, εσύ μες στους μαλλιάδες,
σπανιόλικης κουνέλας παραπαίδι,
νόμισες πως αρχόντεψες με το παχύ σου γένι
και το οδοντοκαθάρισμα με κάτουρα Ιβήρων;
Ποίημα [37] του Gaius Valerius Catullus (~84 πΧ – ~54 πΧ)
Μετάφραση Λεωνίδα Τρομάρα [με μικρή, μπορεί λανθασμένη, τροποποιήση του στίχου 17], από το βιβλίο Κάτουλλος, ο νεωτερικός ποιητής της Ρώμης, university studio press, Θεσσαλονίκη 2001
Σημείωση Λ. Τρομάρα: Η Λεσβία έχει φύγει από την αγκαλιά του Κ. και συχνάζει σε έναν οίκο, όπου συναθροίζεται όλο το καρηκομώον [=με μακριά μαλλιά] επικούρειο contubernium [=μικρός στρατιωτικός σχηματισμός], οι κυνηγοί της ηδονής. Οι ίαμβοι του ποιητή δεν στρέφονται εναντίον της Λεσβίας, αλλά εναντίον όλων αυτών των φιλοσοφούντων επιβητόρων της Ρώμης, τους οποίους και απειλεί ότι θα τους κλείσει δεόντως και ταυτοχρόνως τα στόματα με μία super-irrumatio διαρκείας και ότι θα τους εξευτελίσει ζωγραφίζοντας με “ψωλές” την πρόσοψη του οίκου τους, για να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν πρόκειται για κάποια “φιλοσοφική ακαδημία” αλλά για ένα κοινοβιακό πορνείο. […]
Από το πλήθος των εραστών ο Κ. διακρίνει τον Εγνάτιο, και λόγω της ξενικής του καταγωγής και λόγω, ασφαλώς, της ηγετικής του θέσης. […] Ο Κ., μετά τη σύντομη επίθεσή του εδώ […] θα του αφιερώσει έναν ολόκληρο λίβελο […]
[τελευταίος στίχος: Υποτίθεται ότι οι Κελτίβηρες, που κατοικούσαν στο βόρειο μέρος της κεντρικής Ισπανίας, έπλεναν τα δόντια τους και λουζόταν με ούρα]

