[b silez + ukuk
  1. Ωραία ήτανε τότε που προσφέραμε κασέτες. Έχω εκμαυλίσει με κασέτες. Έχω αποπλανηθεί με υποσχέσεις κασετών. Τώρα απλώς λινκάρουμε τραγουδάκια στο youtube. Η μουσική της σαγήνης παραμένει λόου-φάι.
     
  2. -Θα ήθελα να μένω στην οδό Αυτοκρατόρων Αγγέλων, είπε η γιαγιά. Είναι ένας δρόμος ανηφορικός και πολύ μικρός, που μπορεί να σε εμπνεύσει, αν και οι Άγγελοι ήταν σκοτεινοί αυτοκράτορες, ίσως γιατί κουβαλούσαν το βάρος του επιθέτου τους.

    -Γιατί όλοι οι Βυζαντινοί μαζεύτηκαν στα Εξάρχεια; ρώτησε ο Σήφης.

    -Που αλλού να πάνε; είπα. Τα Εξάρχεια δεν είναι η συνοικία που βλέπουμε, έχει κρυμμένα τα ατού στο μανίκι. Και τα ονόματα των δρόμων είναι πολύ πετυχημένα, ξαφνικά διαπιστώνεις ότι η Τσιμισκή είναι στυγνή και μονοκόμματη, ενώ η Βουλγαροκτόνου διαθέτει τη γλύκα της υπερηφάνειας. Καθόλου παράξενο που στη Βουλγαροκτόνου μαζεύτηκαν οι ταβέρνες και τα μπαρ. Απ’ την άλλη, οι Βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί, όταν κινδυνεύουν, ανηφορίζουν γρήγορα προς το Στρέφη και το Λυκαβηττό, καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους, κι άφησαν τους παράλληλους στους ήρωες του ’21. Αυτό είναι τα Εξάρχεια, μια αδύνατη συνάντηση, μια ουτοπία που αξίζει όμως να επιχειρείται κάθε τόσο, έτσι για να βλέπουμε τι γίνεται.

    -Οι αρχαίοι διάλεξαν όμως τους συγκοινωνιακούς κόμβους, όλοι αυτοί οι γιατροί, ο Ιπποκράτης, ο Ασκληπιός, παρατήρησε ο Σήφης.

    -Αυτό είναι ενδιαφέρον, είπε η γιαγιά. Οι αρχαίοι Έλληνες προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την κυκλοφορία οριζοντίως και το έκαναν με τον καλύτερο τρόπο, ακόμα και τώρα κατάλαβαν ότι πρέπει να συνδέεται κάπως η Ομόνοια με την Αλεξάνδρας για να αποφευχθεί ο χαμός. Οι Βυζαντινοί ανέπτυξαν μια κάθετη σχέση με τα πράγματα, δείτε πως κατηφορίζουν οι Κομνηνοί και χάνονται, διαλύονται μέσα στον κόσμο. Το ’21 – όλοι αυτοί οι πολεμικοί ήρωες – προχωρεί παράλληλα με τους αρχαίους και διασταυρώνεται με τους Βυζαντινούς φευγαλέα, σαν να ντρέπεται λίγο, αδύνατον όμως να τους αποφύγει. Ένας χάρτης των Εξαρχείων θα ήταν το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, γιατί δεν θα έπρεπε να απεικονίζει δρόμους αλλά ιστορικά προσδιορισμένες ψυχικές διαθέσεις.

    -Ζείτε σε μια τυχερή συνοικία, είπε η Αγγελική. Αναρωτιέμαι όμως γιατί ο Σκουφάς και μερικοί άλλοι έσπασαν τους παραλληλισμούς και διάλεξαν το κάθετο στοιχείο.

    -Κανείς δεν θεωρεί ότι ο Σκουφάς ανήκει στα Εξάρχεια, είπε ο Σήφης. Τα Εξάρχεια είναι από τη μια η Ιουστινιανού, ένας αθόρυβος δρόμος με μεγάλο έργο, κι απ’ την άλλη η Μαυρομιχάλη, ένας ατελείωτος δρόμος με σκοτεινές ηρωικές προθέσεις. Ανάμεσα στα δύο πρέπει να διαλέξει κανείς.

    -Οι Άγγελοι είναι ακόμα πιο αθόρυβοι, είπε η γιαγιά. Ο πρώτος βρέθηκε στο θρόνο τυχαία και ο δεύτερος έχασε την Κωνσταντινούπολη απ’ τους Λατίνους. Τώρα ζουν όλοι μαζί σ’ αυτόν τον μικρό δρόμο και προσπαθούν να ξεχάσουν ή μάλλον να θυμούνται μόνο ότι σ’ αυτούς έλαχε η στιγμή της μεγάλης αδυναμίας. Γι αυτό πρέπει να ζει κανείς σ’ αυτόν τον δρόμο, για να κυλάει η ζωή ταπεινά και μαζεμένα.

    -Με πιάνει τρόμος και μόνο που σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να ζω έτσι, είπε ο Μάκης.

    -Είσαι νέο παιδί, είπε η γιαγιά, όταν μεγαλώσεις λίγο θα πιάσεις και συ ψιλή κουβέντα με τους αγγέλους.

    Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι, 1993, Εκδόσεις Εστία, 1996. Ο Βακαλόπουλος έπινε το ποτό του στον «Ένοικο», στην οδό Καλλιδρομίου

     
  3. Στα δεκαπέντε χρόνια που χωρίζουν το πρώτο από το τελευταίο κείμενο αυτού του βιβλίου, πολλά πράγματα άλλαξαν στο κινηματογραφικό τοπίο.

    Ο λόγος για τον κινηματογράφο γενικεύτηκε και πήρε τη θέση της συνταγής για όλα τα γούστα στο καταναλωτικό τραπέζι των εικόνων, η κινηματογραφοφιλία εξελίχτηκε σε στατιστική υπηρεσία και τα χλωμά παιδιά που συναντούσε κανείς στο Στούντιο της οδού Τρικόρφων ή την Αλκυονίδα τον χειμώνα, στο Λιλά ή την Ηλέκτρα το καλοκαίρι, έκαναν τον πόνο τους επάγγελμα ή αποφάσισαν να αποσυρθούν και να ησυχάσουν μια και καλή από την ένταση εκεινης της ζωής που τους κατέλαβε αιφνιδιαστικά σε μερικούς θερινούς κινηματογράφους στη διάρκεια της δεκατίας του ‘60.

    Τα παιδιά αυτά τρόμαξαν όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν νοσταλγούσαν πια τις ταινίες στις οποίες είχαν αφιερώσει τη ζωή τους αλλά την ίδια τη ζωή που τους έσπρωχνε σ’ αυτές τις ταινίες. Στο Κολοσσαίον της Κυψέλης η οροφή άνοιγε αργά μ’ έναν ήχο τελετουργικό κι ο ουράνιος θόλος έμπαινε μέσα στην αίθουσα φωτίζοντας τους θεατές, τόσο όσο χρειαζόταν για να τους παρακολουθείς εξίσου με την ίδια την ταινία, να στρέφεις το βλέμμα με ηδονή στο κορίτσι της δέκατης σειράς, μόνο και μόνο για να συλλάβεις τον πυρετό της ματιάς της.

    Αφού εξυπήρετούσαν έναν τέτοιο σκοπό όλες οι ταινίες ήταν καλές, ακόμα και οι “μάπες”, και όλες οι ταινίες ήταν ελληνικές, ακόμα και οι ξένες.

    Κι αν τον χειμώνα μάθαινες να βλέπεις τις ταινίες μέσα απ’ τα μάτια των άλλων, το καλοκαίρι, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να αντικρύσουν το θαύμα της ύπαρξης των άλλων μέσα απ’ το φώς των ταινιών.

    Χρήστος Βακαλόπουλος, Δεύτερη προβολή, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

     
  4. […] ο τόνος του [Μεγάλου Ανατολικού] είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων. […] [Ο] συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών.
    — Sraosha
     
  5. […]

    Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

    Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. […] [Ό]ταν λέω “κτητική”, εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή — με περισσότερη ακρίβεια — για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

    Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέραστη (ώσπου, καμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. […]

    Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντίληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des [*], μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

    […]

    […] Ξέρω ότι όλοι μισούμε το ‘ποτέ ξανά’ και αγωνιζόμαστε για το ‘πάντοτε’ (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. […]

    [ακόμα ένα σκόρπιο ποστ]

     
  6. Και τελικά είναι μικρή η απόσταση από την αγωνία μέχρι τη χαρά, από την ανασφάλεια μέχρι τη γαλήνη, από την ταραχή των λογισμών μέχρι το να βουτήξεις από ψηλά (χωρίς να σκας για τη στιγμή που θα σκίσεις την επιφάνεια του νερού και τον αφρό που θα σηκώσεις). Πιο μικρή απ’ όσο νόμιζα μέχρι πρόσφατα. […]
     
  7. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει κείμενο, ταινία, παράσταση, εικαστικό αντικείμενο, που ένας ευφυής άνθρωπος θα δυσκολευτεί να κανιβαλίσει. Ο έξυπνος άνθρωπος έχει το κυνικό σχόλιο στην άκρη της γλώσσας του. Το ζήτημα είναι αν επιλέγει να το ξεστομίσει, αν βολεύεται στην ευκολία του. Σήκω στη μέση οποιασδήποτε απαιτητικής παράστασης και φώναξε «έλεος». Δουλεύει. Θα σε χειροκροτήσει κόσμος. […]
    — thas
     
  8. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός…
     
  9. εγώ παριστάνω τον Ποιητή που κάθεται μάλλον ασφαλής σε κάποιο νησί κι αγναντεύει το Μεσολόγγι απέναντι να πέφτει.
     
  10. ο μόνος λόγος που πραγματικά μου αρέσει που έχω κινητό: τα μηνύματα.
     
  11. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και — πάνω από όλα — η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.
     
  12. image: Download

    [sraosha]